πυρανάφλεξη
η, ουσ.
(μηχανολ.) η αυτόματη, απρογραμμάτιστη και αναπάντεχη ανάφλεξη του καύσιμου υλικού στον κύλινδρο μιας μηχανής εσωτερικής καύσεως με αποτέλεσμα τη μειωμένη απόδοση της μηχανής.
Ετυμολογία
< πυρ + ανάφλεξη.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πυρανάφλεξη», σ. 716. https://navalhistory.gr/lexiko/πυραναφλεξη/