navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πυρακτώνω

πυρακτώνω

ρ. [μετβ.]

ζεσταίνω μέταλλο σε φωτιά έως ότου το κάνω διάπυρο.

Ετυμολογία

< αρχ. πυρακτ(ῶ), -ώνω.

Παράγωγα

πυράκτωση [= φλόγωση, συνών. εμπύρευση].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πυρακτώνω», σ. 715. https://navalhistory.gr/lexiko/πυρακτωνω/