πρώτος¹
-η, -ο, επίθ.
- αυτός που κατέχει τον αριθμό ένα σε μία σειρά ομοειδών αντικειμένων ή σε μία σειρά προσώπων, αυτός που προηγείται όλων των άλλων, αντών. τελευταίος
- αυτός που έχει τη μεγαλύτερη αξία, ο σπουδαιότερος, (φρ.) «πρώτη θέση», η ακριβότερη και πιο άνετη θέση σε πλοίο ή τρένο αλλά και αεροπλάνο
- (φρ.) «πρώτος μεσημβρινός», ο μεσημβρινός που διέρχεται από το αστεροσκοπείο του Γρήνουϊτς, «πρώτος αριθμός», ο ακέραιος φυσικός αριθμός, που είναι μεγαλύτερος της μονάδας και ο οποίος διαιρείται μόνο με τον εαυτό του και τη μονάδα, όπως π.χ.: το 2 (το 1 και το 2), το 3, το 5, το 7, το 13, το 17 κ.λπ.
Ετυμολογία
< αρχ. πρῶτος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πρώτος», σ. 713. https://navalhistory.gr/lexiko/πρωτοσ/