πρωτογενής
-ής, -ές [γεν. του πρωτογεν-ούς] επίθ.
- αυτός που βρίσκεται στην αρχική φάση μιας εξελικτικής διαδικασίας, αντών. υστερογενής
- αυτός που γεννήθηκε πρώτος, ο πρωτότοκος
- (φρ.) «πρωτογενή αγαθά / παραγωγή».
Ετυμολογία
< πρώτο- + -γενής < γένος.
Επιρρήματα
πρωτογενώς [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πρωτογενής», σ. 713. https://navalhistory.gr/lexiko/πρωτογενησ/