navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πρωτογενής

πρωτογενής

-ής, -ές [γεν. του πρωτογεν-ούς] επίθ.

  1. αυτός που βρίσκεται στην αρχική φάση μιας εξελικτικής διαδικασίας, αντών. υστερογενής
  2. αυτός που γεννήθηκε πρώτος, ο πρωτότοκος
  3. (φρ.) «πρωτογενή αγαθά / παραγωγή».

Ετυμολογία

< πρώτο- + -γενής < γένος.

Επιρρήματα

πρωτογενώς [επίρρ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πρωτογενής», σ. 713. https://navalhistory.gr/lexiko/πρωτογενησ/