navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πρόωρος

πρόωρος

-η, -ο, επίθ.

αυτός που έγινε πριν από την κανονική του ώρα, πριν από τον καιρό του, αντών. καθυστερημένος.

Ετυμολογία

< μτγν. πρόωρος.

Επιρρήματα

προώρως και πρόωρα [επίρρ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πρόωρος», σ. 710. https://navalhistory.gr/lexiko/προωροσ/