προφίλ
το, άκλ. ουσ.
- η πλάγια όψη προσώπου, κατατομή, αντών. ανφάς
- (κοινωνιολ.) σύνολο χαρακτηριστικών γνωρισμάτων και τρόπου συμπεριφοράς ατόμου, πολιτικού κόμματος, ιδρύματος, πολιτιστικού και αθλητικού φορέα, που προσελκύει τη δημόσια προσοχή
- επίμηκες μεταλλικό στοιχείο, ειδικής διατομής.
Ετυμολογία
< γαλλ. profil [= διατομή] < ιταλ. profilo < profilare [= σχεδιάζω την πλάγια όψη]< λατιν. pro- + filare < filo [= νήμα, κλωστή].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «προφίλ», σ. 709. https://navalhistory.gr/lexiko/προφιλ/