προτεραιότητα
η, ουσ.
το να προηγείται κανείς κάποιου άλλου σε μία σειρά αναμονής σε σχέση με την ώρα προσέλευσης στο χώρο, (φρ.) «δικαίωμα / πλοίο / τρένο / όχημα / σειρά προτεραιότητας» κ.ά.
Ετυμολογία
< αρχ. προτεραῖ(ος) [= προηγούμενος] -ότης > - ότητα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «προτεραιότητα», σ. 709. https://navalhistory.gr/lexiko/προτεραιοτητα/