πρόσχωση
η, ουσ.
(κυρίως για ποτάμια και παραλίες) επιχωμάτωση και δημιουργία νέων εδαφικών εκτάσεων.
Ετυμολογία
< αρχ. πρόσχωσις < προσχώνω [δες λ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πρόσχωση», σ. 708. https://navalhistory.gr/lexiko/προσχωση/