προσπάθεια
η, ουσ.
- η ταυτόχρονη ενεργοποίηση σωματικής, πνευματικής και ψυχικής δύναμης για την επίτευξη συγκεκριμένου σκοπού, (φρ.) «μεγάλη / συστηματική / συλλογική / συνεχής / επιτυχημένη / μάταιη / άκαρπη / συντονισμένη άοκνη / φιλότιμη προσπάθεια»
- απόπειρα, δοκιμή για την επίτευξη στόχου.
Ετυμολογία
< μτγν. προσπάθεια [= περιπαθής προσκόλληση ή προσήλωση], προσπαθής < προσ- + -παθής < πάθος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «προσπάθεια», σ. 707. https://navalhistory.gr/lexiko/προσπαθεια/