navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › προσηλιάζω

προσηλιάζω

ρ. [μετβ.]

βγάζω ή αφήνω στον ήλιο, λιάζω.

Ετυμολογία

< αρχ. προσήλιος < προσ- + ήλιος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «προσηλιάζω», σ. 706. https://navalhistory.gr/lexiko/προσηλιαζω/