navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › προσαράζω

προσαράζω

ρ. [αμετβ.]

ακουμπώ ή προσκρούω στο βυθό ή στις ακτές [για πλοίο], συνών. εξοκέλλω.

Ετυμολογία

< μτγν. προσαράσσω < προσ- + [αρχ.] ἀράσσω [= χτυπώ, πλήττω με σφοδρότητα, φέρνω σε σύγκρουση, συντρίβω].

Παράγωγα

προσάραξη.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «προσαράζω», σ. 705. https://navalhistory.gr/lexiko/προσαραζω/