προσάναμμα
το, ουσ.
το εύφλεκτο υλικό [δαδί, φρύγανο, ξερόκλαδο, χαρτιά] που χρησιμοποιείται για το άναμμα της φωτιάς, συνών. έναυσμα.
Ετυμολογία
< μτγν. προσανάπτω < προσ- + [αρχ.] ἀν-άπτω [= 1. δένω στέρεα πάνω ή σε ένα πράγμα, σε Όμηρ. 2. ανάβω, λύχνα, σε Ηρόδ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «προσάναμμα», σ. 705. https://navalhistory.gr/lexiko/προσαναμμα/