navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › προμηθευτής

προμηθευτής

ο, προμηθεύτρια, η, ουσ.

  1. αυτός που εφοδιάζει, που τροφοδοτεί κάποιον με αγαθά
  2. (ειδικότ.) ο επαγγελματίας που αναλαμβάνει τον εφοδιασμό πλοίων, ιδρυμάτων, κρατικών υπηρεσιών, επιχειρήσεων κ.λπ.

Ετυμολογία

< προμηθεύ(ω) [δες ετυμ. προμήθεια] + -της.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «προμηθευτής», σ. 703. https://navalhistory.gr/lexiko/προμηθευτησ/