προμηθευτής
ο, προμηθεύτρια, η, ουσ.
- αυτός που εφοδιάζει, που τροφοδοτεί κάποιον με αγαθά
- (ειδικότ.) ο επαγγελματίας που αναλαμβάνει τον εφοδιασμό πλοίων, ιδρυμάτων, κρατικών υπηρεσιών, επιχειρήσεων κ.λπ.
Ετυμολογία
< προμηθεύ(ω) [δες ετυμ. προμήθεια] + -της.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «προμηθευτής», σ. 703. https://navalhistory.gr/lexiko/προμηθευτησ/