προϊόν
το, ουσ.
- οποιοδήποτε αγαθό ή οποιαδήποτε υπηρεσία προέρχεται από ανθρώπινη δραστηριότητα, (φρ.) «γεωργικό / κτηνοτροφικό / γαλακτοκομικό / βιομηχανικό / εμπορικό / καλλιτεχνικό / πνευματικό / εισαγόμενο / εξαγώγιμο / εγχώριο / ελαττωματικό / φυσικό / τεχνητό / χημικό / τυποποιημένο προϊόν», «Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν», η συνολική αξία των προϊόντων που παράγονται και των υπηρεσιών που προσφέρονται μέσα σε μια χώρα σε ένα χρόνο, «Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν», «καθαρό εθνικό προϊόν», «καθαρό εγχώριο προϊόν», και πολλά άλλα
- (μτφ.) το πνευματικό δημιούργημα.
Ετυμολογία
< ουσιαστικοποιημένο ουδ. της αρχ. μτχ. προϊών.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «προϊόν», σ. 701. https://navalhistory.gr/lexiko/προιον/