προεξαγωγή
η, ουσ.
- εξαγωγή εμπορεύματος πριν από τον καθορισμένο χρόνο
- (μηχανολ.) η έξοδος των καυσαερίων μετά τη διαδικασία της εκτόνωσης στους δίχρονους κινητήρες.
Ετυμολογία
< προ + εξαγωγή < εξάγω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «προεξαγωγή», σ. 701. https://navalhistory.gr/lexiko/προεξαγωγη/