navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › προεμβάζω

προεμβάζω

ρ. [μετβ.]

στέλνω χρήματα προκαταβολικά, συνών. προαποστέλλω.

Ετυμολογία

< προ + εμβάζω.

Παράγωγα

προέμβασμα [= το χρηματικό ποσό που κατατίθεται προκαταβολικά].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «προεμβάζω», σ. 701. https://navalhistory.gr/lexiko/προεμβαζω/