navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πριονιστήριο και πριστήριο και πριονιστήρι

πριονιστήριο

Και: πριστήριο, πριονιστήρι

το, ουσ.

επαγγελματικός χώρος, εργαστήριο, εντός του οποίου υπάρχει μηχανικό πριόνι, αλλιώς κορδέλα, κατάλληλο για την κοπή, κυρίως ξύλων.

Ετυμολογία

< πριονισ- (< πριονίζω) -τήριον.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πριονιστήριο και πριστήριο και πριονιστήρι», σ. 697. https://navalhistory.gr/lexiko/πριονιστηριο-και-πριστηριο-και-πριονιστηρι/