πρακτικός
-ή, -ό, επίθ.
- αυτός που: α) ανήκει ή αναφέρεται στην πράξη, στην εφαρμογή ενός σχεδίου, ενός πλάνου εργασίας, β) που σκέφτεται και ενεργεί λογικά, μεθοδικά και αποτελεσματικά, αντών. θεωρητικός
- (ως ουσ.) α) η πρακτική, ο τρόπος που ενεργεί ή συμπεριφέρεται κάποιος, που δοκιμάζεται πάνω σε κάποιο αντικείμενο για να αποκτήσει τη σχετική επαγγελματική εμπειρία, που εφαρμόζει κάτι στην πράξη, β) (πληθ.) τα πρακτικά, η καταγραφή των απόψεων σε συνέδρια, συμβούλια κ.λπ., γ) ο πρακτικός, το πρόσωπο εκείνο που ασκεί έργο με γνώσεις και ικανότητες που αποκτήθηκαν σε βάθος χρόνου, με ατομικές πρωτοβουλίες και παρατηρήσεις στο γνωστικό αντικείμενο του ενδιαφέροντός του.
Ετυμολογία
< αρχ. πρακτικός [= κατάλληλος για δράση], γαλλ. pratique, αγγλ. practical.
Παράγωγα
πρακτικότητα.
Επιρρήματα
πρακτικά, πρακτικώς [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πρακτικός», σ. 695. https://navalhistory.gr/lexiko/πρακτικοσ/