ποσότητα
η, ουσ.
το ποσόν: «ποσότητα ονομάζεται εκείνο που μπορεί να διαιρεθεί σε συστατικά μέρη, το καθένα από τα οποία ανεξάρτητα αν είναι δύο ή περισσότερα, αποτελεί κατά κάποιο τρόπο ένα, αυτό που βλέπουμε» [Αριστοτέλης], αντών. ποιότητα.
Ετυμολογία
< αρχ. ποσότ(ης), αιτ. -ητα.
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ποσότητα», σ. 692. https://navalhistory.gr/lexiko/ποσοτητα/