ποριά
Και: πορειά
η, ουσ.
(γεωγρ.) το μέρος από το οποίο μπορεί να περάσει κάποιος, πόρος, πέρασμα, διάβαση.
Ετυμολογία
< πόρος.
Σύνθετα
βουνοποριά.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ποριά και πορειά», σ. 687. https://navalhistory.gr/lexiko/πορια-και-πορεια/