navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πολώνω

πολώνω

ρ. [μετβ.]

δημιουργώ, επιφέρω πόλωση.

Ετυμολογία

< πόλ(ος) -ώ > -ώνω, μτφρδ. από τη γαλλ. polariser.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πολώνω», σ. 684. https://navalhistory.gr/lexiko/πολωνω/