navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πολυπλόκαμος

πολυπλόκαμος

-η, -ο, επίθ.

  1. αυτός που έχει πολλά πλοκάμια
  2. (μτφ.) αυτός που διατηρεί ύποπτες διασυνδέσεις και επεκτείνεται σε πολλά και διαφορετικά σημεία.

Ετυμολογία

< μτγν. πολυπλόκαμος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πολυπλόκαμος», σ. 683. https://navalhistory.gr/lexiko/πολυπλοκαμοσ/