πολυπλόκαμος
-η, -ο, επίθ.
- αυτός που έχει πολλά πλοκάμια
- (μτφ.) αυτός που διατηρεί ύποπτες διασυνδέσεις και επεκτείνεται σε πολλά και διαφορετικά σημεία.
Ετυμολογία
< μτγν. πολυπλόκαμος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πολυπλόκαμος», σ. 683. https://navalhistory.gr/lexiko/πολυπλοκαμοσ/