πολύμηνος
-η, -ο, επίθ.
αυτός που έχει διάρκεια πολλών μηνών.
Ετυμολογία
< πολύ- + μήν(ας).
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πολύμηνος», σ. 683. https://navalhistory.gr/lexiko/πολυμηνοσ/