navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πολυήμερος

πολυήμερος

-η, -ο, επίθ.

αυτός που έχει διάρκεια πολλών ημερών, αντών. ολιγοήμερος.

Ετυμολογία

< αρχ. πολυήμερος [σε Πλούτ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πολυήμερος», σ. 683. https://navalhistory.gr/lexiko/πολυημεροσ/