ποδόλιτρο
το, ουσ.
μονάδα ενέργειας ή έργου που ισοδυναμεί με έργο που παράγεται με την ανύψωση μιας λίτρας βάρους στο ύψος ενός πόδα.
Ετυμολογία
< [γεν. εν. αριθμ. του αρχ. πούς] ποδό(ς) + λίτρο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ποδόλιτρο», σ. 680. https://navalhistory.gr/lexiko/ποδολιτρο/