πνοή
η, ουσ.
- η κίνηση, το φύσημα του αέρα, το ρεύμα του αέρα
- η αναπνοή
- η ζωντάνια
- (μτφ.) η έμπνευση, ο οίστρος.
Ετυμολογία
< 1η, 2η και 3η ερμ. από το αρχ. πνέω, για την 4η ερμ. σημδ. από τη γαλλ. haleine.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πνοή», σ. 679. https://navalhistory.gr/lexiko/πνοη/