navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πλυντήριο

πλυντήριο

το, ουσ.

  1. χώρος κατάλληλα διαμορφωμένος για το πλύσιμο των ρούχων
  2. κατάστημα που αναλαμβάνει το πλύσιμο ενδυμάτων, καθαριστήριο
  3. εργοστασιακός χώρος για το πλύσιμο των παραγόμενων προϊόντων του
  4. (τεχνολ.) ειδικό μηχάνημα για το πλύσιμο των ρούχων.

Ετυμολογία

< ουσιαστικοποιημένο ουδ. του αρχ. επιθ. πλυντήριος, - ον, < πλύνω + -τήριος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πλυντήριο», σ. 678. https://navalhistory.gr/lexiko/πλυντηριο/