πλυντήριο
το, ουσ.
- χώρος κατάλληλα διαμορφωμένος για το πλύσιμο των ρούχων
- κατάστημα που αναλαμβάνει το πλύσιμο ενδυμάτων, καθαριστήριο
- εργοστασιακός χώρος για το πλύσιμο των παραγόμενων προϊόντων του
- (τεχνολ.) ειδικό μηχάνημα για το πλύσιμο των ρούχων.
Ετυμολογία
< ουσιαστικοποιημένο ουδ. του αρχ. επιθ. πλυντήριος, - ον, < πλύνω + -τήριος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πλυντήριο», σ. 678. https://navalhistory.gr/lexiko/πλυντηριο/