navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πλοηγώ

πλοηγώ

ρ. [μετβ. και αμετβ.]

  1. οδηγώ πλοίο με ασφάλεια σε λιμάνι, διώρυγα, κανάλι κ.λπ. πιλοτάρω
  2. (τηλεπ.-πληροφ.) ψάχνω το λειτουργικό σύστημα του τηλεφώνου, περιηγούμαι στον παγκόσμιο ιστό
  3. (μτφ.) βοηθώ κάποιον να ξεφύγει από δύσκολες καταστάσεις.

Ετυμολογία

< πλοηγ(ός) -ώ, αγγλ. navigate.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πλοηγώ», σ. 676. https://navalhistory.gr/lexiko/πλοηγω/