navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πλήρωση

πλήρωση

η, ουσ. [χωρίς πληθ.]

  1. το γέμισμα
  2. (μτφ.) η ικανοποίηση, η συναισθηματική κάλυψη.

Ετυμολογία

< αρχ. πλήρω(σις) -ση.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πλήρωση», σ. 674. https://navalhistory.gr/lexiko/πληρωση/