πλήρωση
η, ουσ. [χωρίς πληθ.]
- το γέμισμα
- (μτφ.) η ικανοποίηση, η συναισθηματική κάλυψη.
Ετυμολογία
< αρχ. πλήρω(σις) -ση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πλήρωση», σ. 674. https://navalhistory.gr/lexiko/πληρωση/