navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πλέχω

πλέχω

ρ. [αμετβ.]

κολυμπώ, πλέω με ασφάλεια σε υδάτινη επιφάνεια.

Ετυμολογία

< πλέω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πλέχω», σ. 673. https://navalhistory.gr/lexiko/πλεχω/