πλειστηριάζω
ρ. [μετβ.]
πουλώ κάτι σε πλειστηριασμό.
Ετυμολογία
< αρχ. πλειστηριάζω [= υψώνω την τιμή] < πλειστήρης < πλεῖστος.
Παράγωγα
πλειστηριασμός, πλειστηρίαση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πλειστηριάζω», σ. 671. https://navalhistory.gr/lexiko/πλειστηριαζω/