πλαφόν
το, άκλ. ουσ.
- ανώτατο όριο, μάξιμουμ
- ο δίσκος της πλαφονιέρας [δες λ.].
Ετυμολογία
< γαλλ. plafond [= οροφή, όριο] < plat [= επίπεδο] + fond [= βάθος].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πλαφόν», σ. 670. https://navalhistory.gr/lexiko/πλαφον/