navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πλαφόν

πλαφόν

το, άκλ. ουσ.

  1. ανώτατο όριο, μάξιμουμ
  2. ο δίσκος της πλαφονιέρας [δες λ.].

Ετυμολογία

< γαλλ. plafond [= οροφή, όριο] < plat [= επίπεδο] + fond [= βάθος].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πλαφόν», σ. 670. https://navalhistory.gr/lexiko/πλαφον/