navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πλανητάριο

πλανητάριο

το, ουσ.

πλανητάριο, εικόνα από το έντυπο
  1. συσκευή για την προβολή εικόνων των απλανών αστέρων, των αστρονομικών φαινομένων, του Ήλιου, της Σελήνης και των πλανητών σε μια ημισφαιρική, θολωτή οθόνη, συνών. πλανητοσκόπιο
  2. (συνεκδ.) η αίθουσα προβολής του παραπάνω μηχανισμού.

Ετυμολογία

< αγγλ. [νεολατιν.] planetari(um) - ον < λατιν. planetarius [= αστρολόγος] < planeta και planes < αρχ. πλανήτης.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πλανητάριο», σ. 669. https://navalhistory.gr/lexiko/πλανηταριο/