πλανητάριο
το, ουσ.

- συσκευή για την προβολή εικόνων των απλανών αστέρων, των αστρονομικών φαινομένων, του Ήλιου, της Σελήνης και των πλανητών σε μια ημισφαιρική, θολωτή οθόνη, συνών. πλανητοσκόπιο
- (συνεκδ.) η αίθουσα προβολής του παραπάνω μηχανισμού.
Ετυμολογία
< αγγλ. [νεολατιν.] planetari(um) - ον < λατιν. planetarius [= αστρολόγος] < planeta και planes < αρχ. πλανήτης.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πλανητάριο», σ. 669. https://navalhistory.gr/lexiko/πλανηταριο/