navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πλαγκτόν

πλαγκτόν

το, ουσ. [χωρίς πληθ.]

πλαγκτόν, εικόνα από το έντυπο

(βιολ.) το σύνολο των οργανισμών, που ζουν στις ηπειρωτικές και θαλάσσιες συγκεντρώσεις νερού και παρασύρονται από τα ρεύματα, και οι οποίοι περιλαμβάνουν το φυτοπλαγκτόν, με το βακτηριοπλαγκτόν που το συνοδεύει, και το ζωοπλαγκτόν ενώ για τα γλυκά νερά χωρίζεται σε λιμνοπλαγκτόν και ποταμοπλαγκτόν.

Ετυμολογία

(αντιδάνειο)

ή < γαλλ. plankton, ή

ή γερμ. Ρlankton < ουδ. του αρχ. επιθ. πλαγκτός [= περιπλανώμενος, άστατος] < ρ. πλάζω [= εκτρέπω, πλανώ].

Παράγωγα

πλαγκτονικός.

Σύνθετα

φυτοπλαγκτόν, βακτηριοπλαγκτόν, ζωοπλαγκτόν, λιμνοπλαγκτόν, ποταμοπλαγκτόν, μακροπλαγκτόν, μεγαλοπλαγκτόν, μικροπλαγκτόν.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πλαγκτόν», σ. 668. https://navalhistory.gr/lexiko/πλαγκτον/