πιστοποιώ
ρ. [μετβ.]
βεβαιώνω ή επιβεβαιώνω κάτι, συνήθως γραπτώς, ότι πρόκειται για γνήσιο ή για αληθινό.
Ετυμολογία
< πιστός + ποιώ.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πιστοποιώ», σ. 666. https://navalhistory.gr/lexiko/πιστοποιω/