πισσωτήρας
ο, ουσ.
(τεχνολ.) λέβητας κατάλληλος για τη θέρμανση της πίσσας με την οποία ψεκάζονται τα οδοστρώματα.
Ετυμολογία
< πισσώνω + [επίθημα] -τήρας.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πισσωτήρας», σ. 666. https://navalhistory.gr/lexiko/πισσωτηρασ/