navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πίνακας

πίνακας

ο, ουσ.

  1. ο μαυροπίνακας του σχολείου στον οποίο μπορεί να γράψει κανείς με κιμωλία
  2. έργο ζωγραφικής
  3. ταμπλό ανακοινώσεων
  4. κατάσταση, κατάλογος, λίστα
  5. (ηλεκτρολ.) εντοιχισμένο κιβώτιο που περιλαμβάνει τις ασφάλειες, τους γενικούς διακόπτες του ρεύματος και τις απολήξεις των καλωδιώσεων του οικοδομήματος ή του σκάφους, (φρ.) «πίνακας διανομής / ασφαλειών / δυναμοδείκτη / κατανομής πληρώματος / θαλάσσιων ρευμάτων / παρεκτροπών πυξίδας / εφοδίων / τροφίμων / υπηρεσίας / ταχυτήτων / αποκλίσεως / κ.ά».

Ετυμολογία

< αρχ. πίναξ, γεν. –ακος, [= 1. σανίδα, καδρόνι πλοίου, 2. πίνακας για γράψιμο, 3. δίσκος ή πιατέλα σερβιρίσματος, 4. πλάκα, εικόνα, 5. κατάλογος, λίστα].

Σύνθετα

πινακογράφος, πινακοθήκη.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πίνακας», σ. 664. https://navalhistory.gr/lexiko/πινακασ/