πεταλοειδής
-ής -ές, επίθ.
αυτός που έχει σχήμα πετάλου.
Ετυμολογία
< μτγν. πεταλοειδής.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πεταλοειδής», σ. 657. https://navalhistory.gr/lexiko/πεταλοειδησ/