περισκόπηση
η, ουσ.
η ενέργεια του περισκοπώ, ενδελεχής παρατήρηση του γύρω χώρου, συνών. κατόπτευση, επισκόπηση.
Ετυμολογία
< περισκόπη(σις) -ση.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «περισκόπηση», σ. 654. https://navalhistory.gr/lexiko/περισκοπηση/