navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › περιοδεύω

περιοδεύω

ρ. [αμετβ.]

ταξιδεύω από τόπο σε τόπο για συγκεκριμένο σκοπό, κάνω περιοδεία.

Ετυμολογία

< μτγν. περιοδεύω [= περιηγούμαι].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «περιοδεύω», σ. 653. https://navalhistory.gr/lexiko/περιοδευω/