περίμετρος
η, ουσ.
η κλειστή τεθλασμένη ή καμπύλη γραμμή στην οποία τελειώνει ένα επίπεδο σχήμα και το συνολικό μήκος της.
Ετυμολογία
< αρχ. περίμετρον [= περιφέρεια, σε Ηρόδ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «περίμετρος», σ. 653. https://navalhistory.gr/lexiko/περιμετροσ/