πελάδα
η, ουσ.
ξύλινη ή αχυρένια καλύβα στηριγμένη πάνω σε πασσάλους μπηγμένους, συνήθως, στο βυθό λιμνοθάλασσας, αποτελεί χώρο εργασίας και προσωρινής κατοικίας ψαράδων.
Ετυμολογία
< ίσως βενετικής προέλευσης pelada < ρ. ιταλ. pelare [= αποφλοιώνω, μαδώ, αποψιλώνω] < μτγν. λατιν. pilâre < λατιν. pilus [= τρίχωμα].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πελάδα», σ. 648. https://navalhistory.gr/lexiko/πελαδα/