πειρατής
ο, ουσ. [χωρίς γεν. πληθ.]


- ένοπλος ληστής που μαζί με άλλους συντρόφους του υφαρπάζει πλοία ή τα φορτία τους, συνών. κουρσάρος
- (μτφ.) πρόσωπο που ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα παράνομα και ευκαιριακά
- (κινημ.) 1. «Οι πειρατές» ταινία του Ρομάν Πολάνσκι, 2. «Οι πειρατές της Καραϊβικής» [Pirates of the Caribbean] σειρά πέντε ταινιών με τεράστια εισπρακτική επιτυχία [4,5 δισεκατομμύρια δολάρια], πρωταγωνιστές ο Τζόνι Ντεπ και η Κίρα Νάιτλι, 3. «Morgan the Pirate» ιταλογαλλική παραγωγή σε σκηνοθεσία André de Toth και Primo Zeglio, με πρωταγωνιστή τον Steve Reeves.
Ετυμολογία
< μτγν. πειρατής < αρχ. πεῖρα.
Παράγωγα
πειρατεύω, πειρατικός.
Σύνθετα
αεροπειρατεία.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πειρατής», σ. 647. https://navalhistory.gr/lexiko/πειρατησ/