πάχος
το, ουσ.
- μία από τις τρεις διαστάσεις
- (για ανθρώπους και ζώα) ο όγκος του σώματος, και κυρίως τα περιττά κιλά, το λίπος, η παχυσαρκία, συνών. ευσαρκία, αντών. ολιγοσαρκία, λιποσαρκία, ισχνότητα
- (για το θαλάσσιο νερό) η περιεκτικότητα σε αλάτι, αλμυρότητα
- (για διάφορα υγρά) η πυκνότητα, η σύσταση.
Ετυμολογία
< αρχ. παχύς, - εῖα, -ύ, [= 1. ογκώδης, χοντρός, εύρωστος, 2. (για πράγματα) πυκνός, συμπαγής].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πάχος», σ. 645. https://navalhistory.gr/lexiko/παχοσ/