navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πάχος

πάχος

το, ουσ.

  1. μία από τις τρεις διαστάσεις
  2. (για ανθρώπους και ζώα) ο όγκος του σώματος, και κυρίως τα περιττά κιλά, το λίπος, η παχυσαρκία, συνών. ευσαρκία, αντών. ολιγοσαρκία, λιποσαρκία, ισχνότητα
  3. (για το θαλάσσιο νερό) η περιεκτικότητα σε αλάτι, αλμυρότητα
  4. (για διάφορα υγρά) η πυκνότητα, η σύσταση.

Ετυμολογία

< αρχ. παχύς, - εῖα, -ύ, [= 1. ογκώδης, χοντρός, εύρωστος, 2. (για πράγματα) πυκνός, συμπαγής].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πάχος», σ. 645. https://navalhistory.gr/lexiko/παχοσ/