παφλασμός
ο, και πάφλασμα, το, ουσ.
ήχος προερχόμενος από το σκάσιμο του κύματος, φλοίσβος, ή το βρασμό του νερού, κοχλασμός.
Ετυμολογία
< παφλάζω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «παφλασμός», σ. 645. https://navalhistory.gr/lexiko/παφλασμοσ/