navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πάτος

πάτος

ο, ουσ.

  1. πυθμένας, ο βυθός της θάλασσας
  2. η βάση ενός δοχείου, ενός καζανιού, ενός βαρελιού, κιβωτίου κ.λπ.
  3. η σόλα του παπουτσιού
  4. (μτφ.) το πρόσωπο εκείνο που βρίσκεται στο τέλος της λίστας αξιολόγησης.

Ετυμολογία

< αρχ. πάτος [= βήμα, πατημένος δρόμος, μονοπάτι].

Παράγωγα

πατώνω [= φτάνω στον πυθμένα του δοχείου, στο κατώτερο σημείο] > πάτωμα, πατωσιά.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πάτος», σ. 644. https://navalhistory.gr/lexiko/πατοσ/