πάτερο
Και: πατερό
το, ουσ.
ξύλινο μεγάλο δοκάρι που στηρίζει πάτωμα ή στέγη, πατόξυλο, δοκός, (φρ. σκωπτ.) «κολοκύθια στο πάτερο», δηλ. για λόγια ακατανόητα ή πράξεις παράλογες έως και ανόητες.
Ετυμολογία
< όψιμο μσν. πατερόν < αρχ. πάτος [= περπατημένος ή ποδοπατημένος δρόμος, μονοπάτι] + επίθημα -ερό(ν).
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πάτερο και πατερό», σ. 644. https://navalhistory.gr/lexiko/πατερο-και-πατερο/