παρωκεάνιος
-α, -ο, επίθ.
αυτός που βρίσκεται ή εξελίσσεται ή ζει κοντά στον ωκεανό, συνών. παραθαλάσσιος, παράλιος.
Ετυμολογία
< παρ(α)- + ωκεαν(ός) -ιος.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «παρωκεάνιος», σ. 642. https://navalhistory.gr/lexiko/παρωκεανιοσ/