παρκάρισμα
το, ουσ.
η στάθμευση οχήματος σε εδαφικό δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο ή σε μέσο μεταφοράς όπως το πλοίο.
Ετυμολογία
< παρκάρ(ω) -ισμα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «παρκάρισμα», σ. 641. https://navalhistory.gr/lexiko/παρκαρισμα/