παρένθετος
-η, -ο, επίθ.
- αυτός που παρεμβάλλεται, ενδιάμεσος
- αυτός που περικλείεται μεταξύ παρενθέσεων, εμβόλιμος.
Ετυμολογία
< μτγν. παρένθετος < παρεντίθημι [= παρεμβάλλω] < παρ(ά )- + [αρχ.] ἐν-τίθημι.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «παρένθετος», σ. 640. https://navalhistory.gr/lexiko/παρενθετοσ/