navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › παρένθετος

παρένθετος

-η, -ο, επίθ.

  1. αυτός που παρεμβάλλεται, ενδιάμεσος
  2. αυτός που περικλείεται μεταξύ παρενθέσεων, εμβόλιμος.

Ετυμολογία

< μτγν. παρένθετος < παρεντίθημι [= παρεμβάλλω] < παρ(ά )- + [αρχ.] ἐν-τίθημι.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «παρένθετος», σ. 640. https://navalhistory.gr/lexiko/παρενθετοσ/